Category: Persona


“Κακοκαιρία”

   Η αγαπημένη λέξη του σαββατοκύριακου που πέρασε, για τα ΜΜΕ. Κάλυψε τα πάντα, σαν το χιόνι. Και ζαχόπουλους, κλαδάδες και ασφαλιστικό και κυπριακές εκλογές και ότι μας βολεύει να καλυφθεί. Και “γιατί δεν λειτούργησε πάλι ο κρατικός μηχανισμός” και “ποιανού δικαιοδοσία είναι ο καθαρισμός της λεωφόρου” κι όλα αυτά που έχουμε σιχαθεί πια σε αυτό το κράτος της βιτρίνας. Της βρώμικης βιτρίνας γιατί ούτε τη βιτρίνα μας δεν καθαρίζουμ/νε.

 

dsc03920.jpg

     Από πότε όμως το λευκό, αγνό χιόνι, το άσπιλο με τη μαλακή υφή αποτελεί κακοκαιρία; Ο άνεμος που το έφερε καλοδεχούμενος πρέπει να είναι. Απολυμαίνει τον βρώμικο αέρα. Χάρις σε αυτόν τον άνεμο, είδαμε, επιτέλους, και μια άσπρη μέρα στη χώρα αυτή. Ο άνεμος και το χιόνι του κάλυψαν και την ασχήμια της Αθήνας, το τσιμέντο και το μέταλλο της. Την έκαναν για λίγες ώρες, παραμυθένια, ειδικά κάτω από το αχνό φως των λαμπών του δήμου ή των αυτοκινήτων. Και είναι, τελικά, αυτό το χιόνι ό,τι πιο όμορφο έχει συμβεί σε αυτή την πόλη, εδώ και μήνες. Το άκουγες στις χαρούμενες φωνές των παιδιών που παίξανε επιτέλους στον δικό τους δρόμο.

    Ποιος μίλησε για κακοκαιρία;

Αντί ευχών

  Επειδή, οι ευχές ενέχουν μία παθητική διάσταση αντιμετώπισης της πραγματικότητας, ας επιτραπεί στον sindelius να σας προτείνει – αντί ”ευχηθεί” – κάτι διαφορετικό! Σας προτείνει, λοιπόν, άσκηση του νου και του σώματος. Για “ανοιχτά” μυαλά και υγιείς καρδιές. Αυτή είναι η “ευχή” του: ΑΣΚΗΣΗ.

  

 Δεν εννοούσα ακριβώς αυτό, βέβαια… Aνεπανάληπτοι Monty Python.

Καλά να μας μπει κι ακόμα καλύτερα να μας βγει ο νέος έτος, φίλοι κι αδέλφια … 

“Χάθηκα, μέσα στους δρόμους που με έδεσαν για πάντα

μαζί με τα σοκάκια, μαζί με τα λιμάνια

Χάθηκα…”

Γιάννης Θεοδωράκης, (σύνθεση του αδελφού του, Μίκη: 1952)

     Μετά το μεταμεσονύχτιο φαγοπότι στο κουτούκι των Πετραλώνων γύρισε σπίτι να πάρει τη μεγάλη βαλίτσα και το σακ βουαγιάζ. Δεν ξέχασε, μες στη ζάλη να πάρει το καινούργιο γουοκ μαν, δώρο που του έκαναν οι φίλοι του για τη γιορτή του. Δεν ξέχασε το cd του Μίκη που τραγουδάει με τη βαθιά, άτσαλη πατριαρχική του φωνή τραγούδια για την ύπαρξη. Δεν έπρεπε να ξεχάσει, επίσης, το διαβατήριό του και περιέργως δεν το έκανε. Στο αεροδρόμιο τον πήγε η μάνα του και ο Καζαντζίδης τραγουδούσε μέσα από τα ακουστικά του ραδιοφώνου ένα τραγούδι για τη ξενητειά. Στις 6.30πμ πέταξε για την Γηραιά Αλβιώνα.

    Ζαλισμένος, ακόμα, φτάνει για πρώτη φορά σε αεροδρόμιο της Δυτικής Ευρώπης, της ανεπτυγμένης. Στην αποβάθρα του Gatwick για το τρένο δοκιμάζει για πρώτη φορά το υγρό ψύχος της Αγγλίας. Αναχωρεί για τον προορισμό αλλά κάπου στην καταπράσινη επίπεδη διαδρομή το δικό του βαγόνι αρχίζει και επιστρέφει στο Λονδίνο! Κατεβαίνει στον … προηγούμενο σταθμό και περιμένει το τρένο που θα τον πάει στο λιμάνι. 

portsmouthsouthsea.jpg

     Το λιμάνι είναι το Portsmouth με τη γκρίζα μεγάλη θάλασσα που απλώνεται μέχρι τη Γαλλία. Έχει, όπως όλες οι πόλεις εδώ, ενσωματωμένη την Πανεπιστημιούπολή της.university_of_portsmouth.jpg Έμεινε τρεις μήνες στην παλιά φοιτητική εστία Trafalgar, με το πάρκο και τα σκιουράκια από τη μία και τον γιορτινό πεζόδρομο (Commercial Road) από την άλλη. Γνωρίζεται με νέους από όλη την Ευρώπη και αποφεύγει τους έλληνες, τους προπτυχιακούς. Έχει ακούσει για τα 50λιρα που καίνε στα πάρτυ τους, εν είδη διασκέδασης. Ευτυχώς, όμως, δεν ήταν όλοι έτσι. Τουλάχιστον όχι ο Νίκος. Ο Rob, ο Carl και η Mel, ο Matt στο εργαστήριο, η Barbara, ο Alan, η Sage, η Richenda, ο Iain και η Sipra, ο Julian, η Emily, η Laura, ο Dale τα καλύτερα κομμάτια του ψηφιδωτού της παραμονής του sindelius στην παλιά αλλά και ανανεωμένη αυτοκρατορία. 

    Τα μεσημέρια αλλά και μερικά βράδια την έβγαζε στην πολύ οργανωμένη Student’s union. Με τη βιβλιοθήκη της, τους υπολογιστές της (πρώτη του επαφή με το δίκτυο και τα emails), το εστιατόριό της, το bar και τις μπύρες της, τα μπιλιάρδα της. Γνώση και ψυχαγωγία, αυτό που πρέπει να είναι μία φοιτητική ένωση. Κάποια απογεύματα μπορούσε και έκανε την προπόνησή του στο Royal Navy αθλητικό κέντρο (γυμναστήριο και στίβο), χωρίς να πληρώνει. Στην πλατεία Δημαρχείου (Guildhall), τα σαββατοκύριακα, εμπιστευόταν ένα μεγάλο αλλά ζεστό bar-restaurant, το Whetherspoons. Κάποιες Παρασκευές, μαζί με συναδέλφους από το εργαστήριο πήγαινε για μπάλα ή μπάσκετ στο κλειστό γυμναστήριο και μετά fish ‘n’ chips με την πίκρα της Guiness, πριν την  επιστροφή στο πείραμα.

brighton.jpg   

Εκεί, στο Portsmouth είδε και έζησε τα pints (1 pint = 0,564L) που ρέουν άφθονα, τα μεθύσια των άγγλων που καταλήγουν σε πυξ λαξ πάνω σε τζαμαρίες καταστημάτων και τηλεφωνικούς θαλάμους. Έζησε την τυπικά ευγενική φιλοξενία των βρετανών, και την οργάνωση μίας πολιτείας με μεγάλη περιουσία αλλά και σεβασμό στους πολίτες της, ντόπιους και ξένους! Τάισε σκιουράκια που δεν φοβόντουσαν τα ανθρώπινα πόδια και μάτια.

    Κάποια ξημερώματα Δεκέμβρη, σηκώθηκε όλη η εστία στο πόδι. Από τους φίλους του τους Μαλαισιανούς. Ήταν 4.00 πμ κι έξω το είχε στρώσει παντού 30-40 πόντους. Ακόμα κι εκείνος έτρεξε, παιδί, μέσα στο χιόνι. Έκανε μια μεγάλη βόλτα μέσα στην κατάλευκη νύχτα, μέσα στο παρθένο χιόνι. Το πρωϊ ξύπνησε νωρίς πάλι, για να προλάβει το κατάλευκο Portsmouth, πριν του λιώσει.

castle-dark.jpg

     Εκείνους τους μήνες, είχε αφήσει μαλλιά και γένια. Περπάτησε αρκετές φορές στο μελαγχολικό βαρύ λιμάνι. Έτρεξε, μετά μουσικής, μέσα στην καταρρακτώδη βροχή για να νιώσει ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ. Έγραψε και πήρε δεκάδες γράμματα και κάρτες από φίλους, πρόσωπα αγαπημένα. Ταξίδεψε πολλές ώρες μόνος στις πανέμορφες μικρές και μεγάλες πόλεις των κλασικών κτιρίων, των καναλιών και του απεριόριστου πρασίνου. Σε μία από αυτές συνάντησε έναν ηλικιωμένο που είχε πολεμήσει, ναύτης στο Ηράκλειο, στη μάχη της Κρήτης και ο sindelius τον ευχαρίστησε αμήχανος. Πέρασε μέσα από κάστρα και γκριζοπράσινα μεσαιωνικά πανεπιστήμια. Αντίκρυσε πανύψηλους καθεδρικούς ναούς και μύρισε τους αιωνόβιους θόλους τους. Δάκρυσε ακούγοντας τον “Ήλιο της Δικαιοσύνης…” μέσα στα καταπράσινα λεία αγγλικά λιβάδια, κάτω από τον γκρίζο ορίζοντα. Κι ας ήξερε ότι σε λίγο καιρό γύριζε στην πατρίδα του, στο σπίτι του. Τσικνοπέμπτη, χόρεψε το “Πάντα γελαστοί” κι ήρθε παρέα στον χορό ο φίλος του ο Ισπανός ο Rafa. Και λίγες νύχτες πριν φύγει, τον ρούψηξε η τεκίλα μαζί με μπύρες σε ένα άγριο και γρήγορο μεθοκόπι με τον Kim, τη Sharon, τον Joe, τη Shirley, τον Wei και τον Lee. “Don’t forget us”…

alone.jpg

“Σήμερα το πρωϊ, έμαθα ότι φεύγω την επόμενη πέμπτη. Μελαγχόλησα απότομα κι ύστερα νοστάλγησα το νόστο.”                      sindelius, Portsmouth, 20.ΙΙ.98

Fitter, happier, more productive,
comfortable,
not drinking too much,
regular exercise at the gym
(3 days a week),
getting on better with your associate employee contemporaries ,
at ease,
eating well
(no more microwave dinners and saturated fats),
a patient better driver,
a safer car
(baby smiling in back seat),
sleeping well
(no bad dreams),
no paranoia,
careful to all animals
(never washing spiders down the plughole),
keep in contact with old friends
(enjoy a drink now and then),
will frequently check credit at
(moral) bank (hole in the wall),
favors for favors,

 

Radiohead, 1997 - ερασιτεχνικό animation του Pablo Iranzo, 2002

fond but not in love,
charity standing orders,
on Sundays ring road supermarket
(no killing moths or putting boiling water on the ants),
car wash
(also on Sundays),
no longer afraid of the dark or midday shadows
nothing so ridiculously teenage and desperate,
nothing so childish – at a better pace,
slower and more calculated,
no chance of escape,
now self-employed,
concerned (but powerless),
an empowered and informed member of society
(pragmatism not idealism),
will not cry in public,
less chance of illness,
tires that grip in the wet
(shot of baby strapped in back seat),
a good memory,
still cries at a good film,
still kisses with saliva,
no longer empty and frantic
like a cat
tied to a stick,
that’s driven into
frozen winter shit
(the ability to laugh at weakness),
calm,
fitter,
healthier and more productive
a pig
in a cage
on antibiotics.” 

και όλα αυτά για να είμαι special, so fucking special, sindelius (creep)…

“Creep” (Radiohead, 1997) από Moby (2003)

* postάκι αφιερωμένο στο φίλο που σήμερα έχει γενέθλια και μάλιστα ημιστρόγγυλα!

                                                           μετάφραση

   Εμφάνιση όλου του άρθρου »

“Τις Κυριακές από παιδί…”

…τις αγαπούσα. Ειδικά τις ηλιόλουστες. Όλη η ζωή η δική μου! Τρέξιμο και παιχνίδι, συνήθως ποδόσφαιρο. Καταϊδρωμένος και κόκκινος γυρνούσα το μεσημέρι σπίτι, με τα βρώμικα ρούχα κολλημένα πάνω μου, τα μαλλιά ανάκατα και τα παπούτσια που, συνήθως, γέμιζαν το σπίτι με χώμα. Και βέβαια οι φωνές της μάνας για την αργοπορία και την κατάστασή μου.  Αυτή η ένταση, αυτό το πανηγύρι μέσα μου θα αργόσβηνε με το φαγητό, τον ύπνο των γονιών και την παιδική μοναξιά.

     Τι έμενε τώρα; Στο δωμάτιο. Ένα παιδί, τα παιχνίδια του και τα βιβλία (μεσημέρι Κυριακής δεν είχε ποτέ “παιδικό” της προκοπής στην tv). Η ώρα της αλήθειας έφτανε. Το χρέος του “καλού μαθητή” να διαβάσει για αύριο. H προσγείωση στην πραγματικότητα γινόταν στο γραφειάκι κάτω από το πορτατίφ μέσα από ήπια συναισθήματα καταναγκασμού και υποταγής.

      Η ησυχία του σπιτιού ράγιζε με τις κασέτες που έβαζα να παίζουν αλλά δεν απέτρεπαν τα πρώτα κύματα μελαγχολίας. Μελαγχολίας αποσδιόριστης έως και αδικαιολόγητης μπορώ να πω. Καθόλα υπαρκτής ωστόσο. Αυτή η μελαγχολία που έπαιρνε, σιγά σιγά, σάρκα και οστά. Αποκτούσε όνομα κοπέλας και πρόσωπο, πληρώνοταν με το άρωμα και την άμεση μνήμη της επαφής. Ο καφές στην Πλάκα, στο Θησείο, στα Εξάρχεια είχε ήδη πάρει τη θέση της αλάνας.

     Και κάποτε ερχόταν ο θάνατος. Θάνατος ήταν οι Κυριακές των χωρισμών. Θάνατος μες στις φλέβες και κλινική αδράνεια! Με αυθυποβολές και όμορφες πικρές  υπερβολές τον έτρεφα αυτό τον θάνατο πολλές φορές. Η “αθλητική κυριακή” που κάποτε ήταν το βραδυνό φάρμακο για την αντιμετώπιση της σχολικής εβδομάδας που θα ‘ρχόταν, δεν έκανε ούτε για placebo…

    Τελικά, νομίζω ότι έμαθα να βιώνω την αντιφατικότητά της. Την αντι-στοιχίζω, ακόμα, με το βιολογικό χρόνο. Πρωϊ ξυπνάς (μωρό), έχεις μπροστά σου χιλιάδες ελεύθερα δευτερόλεπτα (μέρες) να κάνεις ό, τι μπορείς και θέλεις. Ώριμο μεσημέρι (στα 35-40) ξέρεις τι έχει προηγηθεί και τι μέλλεται για να ‘ρθει. Απόγευμα με τη δύση του ηλίου (και του χρόνου) εικόνες και στιγμές σε πλημμυρίζουν. Σκέφτεσαι, αναπολείς. Αλλά το παλεύεις! 

    Τη σημερινή Κυριακή την περίμενα συννεφιασμένη, sindelius. Μου την έσκασε όμως. Πάμε για ελληνικό, να πάρουμε και τις εφημερίδες; Ή καλύτερα να πίναμε κανένα “σπίρτο” στον πεζόδρομο;

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.