“Χάθηκα, μέσα στους δρόμους που με έδεσαν για πάντα
μαζί με τα σοκάκια, μαζί με τα λιμάνια
Χάθηκα…”
Γιάννης Θεοδωράκης, (σύνθεση του αδελφού του, Μίκη: 1952)
Μετά το μεταμεσονύχτιο φαγοπότι στο κουτούκι των Πετραλώνων γύρισε σπίτι να πάρει τη μεγάλη βαλίτσα και το σακ βουαγιάζ. Δεν ξέχασε, μες στη ζάλη να πάρει το καινούργιο γουοκ μαν, δώρο που του έκαναν οι φίλοι του για τη γιορτή του. Δεν ξέχασε το cd του Μίκη που τραγουδάει με τη βαθιά, άτσαλη πατριαρχική του φωνή τραγούδια για την ύπαρξη. Δεν έπρεπε να ξεχάσει, επίσης, το διαβατήριό του και περιέργως δεν το έκανε. Στο αεροδρόμιο τον πήγε η μάνα του και ο Καζαντζίδης τραγουδούσε μέσα από τα ακουστικά του ραδιοφώνου ένα τραγούδι για τη ξενητειά. Στις 6.30πμ πέταξε για την Γηραιά Αλβιώνα.
Ζαλισμένος, ακόμα, φτάνει για πρώτη φορά σε αεροδρόμιο της Δυτικής Ευρώπης, της ανεπτυγμένης. Στην αποβάθρα του Gatwick για το τρένο δοκιμάζει για πρώτη φορά το υγρό ψύχος της Αγγλίας. Αναχωρεί για τον προορισμό αλλά κάπου στην καταπράσινη επίπεδη διαδρομή το δικό του βαγόνι αρχίζει και επιστρέφει στο Λονδίνο! Κατεβαίνει στον … προηγούμενο σταθμό και περιμένει το τρένο που θα τον πάει στο λιμάνι.

Το λιμάνι είναι το Portsmouth με τη γκρίζα μεγάλη θάλασσα που απλώνεται μέχρι τη Γαλλία. Έχει, όπως όλες οι πόλεις εδώ, ενσωματωμένη την Πανεπιστημιούπολή της.
Έμεινε τρεις μήνες στην παλιά φοιτητική εστία Trafalgar, με το πάρκο και τα σκιουράκια από τη μία και τον γιορτινό πεζόδρομο (Commercial Road) από την άλλη. Γνωρίζεται με νέους από όλη την Ευρώπη και αποφεύγει τους έλληνες, τους προπτυχιακούς. Έχει ακούσει για τα 50λιρα που καίνε στα πάρτυ τους, εν είδη διασκέδασης. Ευτυχώς, όμως, δεν ήταν όλοι έτσι. Τουλάχιστον όχι ο Νίκος. Ο Rob, ο Carl και η Mel, ο Matt στο εργαστήριο, η Barbara, ο Alan, η Sage, η Richenda, ο Iain και η Sipra, ο Julian, η Emily, η Laura, ο Dale τα καλύτερα κομμάτια του ψηφιδωτού της παραμονής του sindelius στην παλιά αλλά και ανανεωμένη αυτοκρατορία.
Τα μεσημέρια αλλά και μερικά βράδια την έβγαζε στην πολύ οργανωμένη Student’s union. Με τη βιβλιοθήκη της, τους υπολογιστές της (πρώτη του επαφή με το δίκτυο και τα emails), το εστιατόριό της, το bar και τις μπύρες της, τα μπιλιάρδα της. Γνώση και ψυχαγωγία, αυτό που πρέπει να είναι μία φοιτητική ένωση. Κάποια απογεύματα μπορούσε και έκανε την προπόνησή του στο Royal Navy αθλητικό κέντρο (γυμναστήριο και στίβο), χωρίς να πληρώνει. Στην πλατεία Δημαρχείου (Guildhall), τα σαββατοκύριακα, εμπιστευόταν ένα μεγάλο αλλά ζεστό bar-restaurant, το Whetherspoons. Κάποιες Παρασκευές, μαζί με συναδέλφους από το εργαστήριο πήγαινε για μπάλα ή μπάσκετ στο κλειστό γυμναστήριο και μετά fish ‘n’ chips με την πίκρα της Guiness, πριν την επιστροφή στο πείραμα.
Εκεί, στο Portsmouth είδε και έζησε τα pints (1 pint = 0,564L) που ρέουν άφθονα, τα μεθύσια των άγγλων που καταλήγουν σε πυξ λαξ πάνω σε τζαμαρίες καταστημάτων και τηλεφωνικούς θαλάμους. Έζησε την τυπικά ευγενική φιλοξενία των βρετανών, και την οργάνωση μίας πολιτείας με μεγάλη περιουσία αλλά και σεβασμό στους πολίτες της, ντόπιους και ξένους! Τάισε σκιουράκια που δεν φοβόντουσαν τα ανθρώπινα πόδια και μάτια.
Κάποια ξημερώματα Δεκέμβρη, σηκώθηκε όλη η εστία στο πόδι. Από τους φίλους του τους Μαλαισιανούς. Ήταν 4.00 πμ κι έξω το είχε στρώσει παντού 30-40 πόντους. Ακόμα κι εκείνος έτρεξε, παιδί, μέσα στο χιόνι. Έκανε μια μεγάλη βόλτα μέσα στην κατάλευκη νύχτα, μέσα στο παρθένο χιόνι. Το πρωϊ ξύπνησε νωρίς πάλι, για να προλάβει το κατάλευκο Portsmouth, πριν του λιώσει.

Εκείνους τους μήνες, είχε αφήσει μαλλιά και γένια. Περπάτησε αρκετές φορές στο μελαγχολικό βαρύ λιμάνι. Έτρεξε, μετά μουσικής, μέσα στην καταρρακτώδη βροχή για να νιώσει ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ. Έγραψε και πήρε δεκάδες γράμματα και κάρτες από φίλους, πρόσωπα αγαπημένα. Ταξίδεψε πολλές ώρες μόνος στις πανέμορφες μικρές και μεγάλες πόλεις των κλασικών κτιρίων, των καναλιών και του απεριόριστου πρασίνου. Σε μία από αυτές συνάντησε έναν ηλικιωμένο που είχε πολεμήσει, ναύτης στο Ηράκλειο, στη μάχη της Κρήτης και ο sindelius τον ευχαρίστησε αμήχανος. Πέρασε μέσα από κάστρα και γκριζοπράσινα μεσαιωνικά πανεπιστήμια. Αντίκρυσε πανύψηλους καθεδρικούς ναούς και μύρισε τους αιωνόβιους θόλους τους. Δάκρυσε ακούγοντας τον “Ήλιο της Δικαιοσύνης…” μέσα στα καταπράσινα λεία αγγλικά λιβάδια, κάτω από τον γκρίζο ορίζοντα. Κι ας ήξερε ότι σε λίγο καιρό γύριζε στην πατρίδα του, στο σπίτι του. Τσικνοπέμπτη, χόρεψε το “Πάντα γελαστοί” κι ήρθε παρέα στον χορό ο φίλος του ο Ισπανός ο Rafa. Και λίγες νύχτες πριν φύγει, τον ρούψηξε η τεκίλα μαζί με μπύρες σε ένα άγριο και γρήγορο μεθοκόπι με τον Kim, τη Sharon, τον Joe, τη Shirley, τον Wei και τον Lee. “Don’t forget us”…

“Σήμερα το πρωϊ, έμαθα ότι φεύγω την επόμενη πέμπτη. Μελαγχόλησα απότομα κι ύστερα νοστάλγησα το νόστο.” sindelius, Portsmouth, 20.ΙΙ.98